SQLSTATE[42000] [1203] User dic already has more than 'max_user_connections' active connections Ἑρμῆς


Ἑρμῆς

Ἑρμῆς, οῦ, , nom.
A

Ἑρμῆς Od.5.54

, etc.: acc.

Ἑρμῆν 8.334

, etc., [dialect] Ion.

Ἑρμέην Hdt.5.7

, late

Ἑρμῆ CIG5094

([place name] Nubia): dat.

Ἑρμῇ Od.14.435

,

Ἑρμέᾳ Il.5.390

: voc.

Ἑρμῆ h.Hom.18.12

, A.Pers.629, Eu.90: [dialect] Ep. gen.

Ἑρμέω h.Merc.413

, h.Ven.148, Hdt.5.7, etc.; lengthd.

Ἑρμείω Il.15.214

:—[dialect] Ep. nom. [full] Ἑρμείας, Od.1.42, al., IG5(2).558 (Arc.), acc.

-αν Od.1.38

, 5.28, al.; later [full] Ἑρμείης, Call.Dian.69, etc.; gen.

Ἑρμείαο Od.12.390

, 15.319,

Ἑρμεία AP7.480

(Leon.); dat.

Ἑρμείᾳ IG12.631

(vi B. C.); voc.

Ἑρμεία Od.5.29

, al.:—[dialect] Boeot. and [dialect] Dor. nom. [full] Ἑρμᾶς, gen. , Corinn. Supp.2.57, Pi.P.2.10, etc., voc.

Ἑρμᾶ A.Fr.384

, acc. Ἑρμᾶν ib.273: also [full] Ἑρμάων [pron. full] [ᾱ], Hes. Fr.23, Bion Fr.7. 8, AP4.3b.64 (Agath.):—[var] contr. [full] Ἑρμάν(not [suff] ἑρμην-ᾶν), ᾶνος, Call.Fr.32 P., IG5(2).360, al.(Arc.),ib.5(1).1390.33 (Andania, i B.C.),Supp.Epigr. 2.165 ([place name] Laconia) : Thess. dat.

Ἑρμαίου IG9(2).716

(dub.), Ἑρμάου ib. 715, al., Ἑρμάο ib.471, Ἑρμᾶ ib.356 : Cret. acc.

Ἑρμάον Schwyzer 179a

:—Hermes, son of Zeus and Maia, Od.5.28, 14.435, Hes.Th. 938, etc.
2 pillar surmounted by bust, at Athens and elsewhere, And.1.37, Th.6.27, etc.;

τῶν ἱερῶν Ἑρμῶν IG12(8).188.14

([place name] Samothrace) ; as a decorative piece, with two faces, Keil-Premerstein Dritter Bericht117: Ἑ. τρικέφαλος, τετρακέφαλος, Hsch.
3 ὁ τοῦ Ἑρμοῦ ἀστήρ the planet Mercury, Pl.Ti.38d, Epin.987b, Arist.Mete. 342b33, Metaph.1073b32, Thphr.Sign.46, etc.: later Ἑρμῆς, , in same sense, Placit.2.32.1, Plu.2.1028b, Cleom.2.7 : hence,

Ἑρμοῦ ἡμέρα D.C.37.19

.
4 Ἑρμαῖ· παραφυάδια δένδρων ἄχρηστα, Hsch.
5 cake in the shape of a κηρυκεῖον, Schwyzer694 (Chios, iv B.C.), Hsch.
II prov. and phrases :
1 Ἑρμῆν ἕλκειν to make a last effort, from the parting cup at a feast being drunk to Hermes, Stratt.22.
2

κοινὸς Ἑρμῆς

shares in your luck !

Arist. Rh.1401a21

, Thphr.Char.30.9, Men.Epit.67,etc.
3 ἐν τῷ λίθῳ Ἑρμῆς, of the actual potentially in the material, Arist.Metaph.1002a22,1017b7.
4 Ἑρμῆς ἐπεισελήλυθε 'Hermes is come in', a saying used when conversation suddenly ceased, Plu.2.502f.
5 τὸ Ἑρμοῦ ῥαβδίον, like 'Fortunatus' cap', Arr.Epict.3.20.12.
6Ἑρμοῦ βοτάνιον, Ἑρμοῦ πόα,=λινόζωστις, Dsc.4.189, Plin.HN25.38.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἑρμῆς — pillar surmounted by bust masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ερμής — I Ένας από τους θεούς του ελληνικού Δωδεκάθεου. Σχετίζεται με την ιδιαίτερη σφαίρα του χαώδους, του πρώτου δηλαδή στοιχείου της κοσμογονίας, με την έννοια ότι ήταν έξω από τον νόμο (προστάτευε τους κλέφτες και ήταν και ο ίδιος κλέφτης), έξω από… …   Dictionary of Greek

  • ἑρμῆς — ἑρμάζω steady fut ind act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ερμής ο Λόγιος — Τίτλος του πρώτου ελληνικού περιοδικού. Κυκλοφορούσε κάθε δεκαπέντε ημέρες στη Βιέννη από την 1η Ιανουαρίου 1811 έως την 1η Μαΐου 1821. Ιδρυτής και πρώτος διευθυντής του (1811 14) ήταν ο γνωστός διδάσκαλος του Γένους Άνθιμος Γαζής και αργότερα… …   Dictionary of Greek

  • Ἑρμῆς ἐπεισελήλυθε! — См. Тихий Ангел пролетел …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἑρμῆς κοινός. — См. Чур пополам …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ερμής ο Τρισμέγιστος — Μυθολογικό πρόσωπο. Υποτιθέμενος συγγραφέας μιας σειράς κειμένων της ύστερης ρωμαϊκής περιόδου (2oς 3oς αι. μ.Χ.). Την καταγωγή του πρέπει να την αναζητήσουμε στον χαρακτηριστικό γι’ αυτή την εποχή φιλοσοφικό συγκρητισμό, που γέννησε και τη… …   Dictionary of Greek

  • Ἑρμαῖ — Ἑρμῆς pillar surmounted by bust masc nom/voc pl (attic) Ἑρμῆς pillar surmounted by bust masc voc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμᾶν — Ἑρμῆς pillar surmounted by bust masc acc sg (doric) Ἑρμᾶ̱ν , Ἑρμῆς pillar surmounted by bust masc gen pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμῆν — Ἑρμῆς pillar surmounted by bust masc acc sg (attic epic ionic) Ἑρμῆς pillar surmounted by bust masc gen pl (epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ермий — (Έρμής, Hermes) приветствуется апост. Павлом в послании к Римлянам (см. соотв. статью) вместе с Ермой и другими братьями. По преданию, Е. был один из семидесяти апостолов и впоследствии сделался епископом в Далмации. Память 4 янв. и 8 апреля …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.